Ο οδηγός της μοτοσικλέτας δεν φέρει συνυπαιτιότητα στο τροχαίο ατύχημα λόγω υπερβολικής ταχύτητας σε διασταύρωση με πινακίδα stop | Κατανάλωση αλκοόλ δεν σημαίνει αυτοδικαίως υπαιτιότητα

Από τις διατάξεις των άρθρων 914, 330, 297 και 298 ΑΚ προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξης ή της παράλειψης αυτού και η ύπαρξη μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της ζημίας που επήλθε αιτιώδους συνάφειας, η οποία υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήταν ικανή και μπορούσε, αντικειμενικό να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή, από το δικαστήριο της ουσίας, των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συναφείας. Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. Γ.Π.Ν./1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Εξάλλου, η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας δεν θεμελιώνει αυτή καθαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθέντος αποτελέσματος. Εξάλλου ο λόγος αναιρέσεως που προβλέπεται από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, διότι δεν έχει καθόλου ή έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης πρέπει ν’ αναφέρεται σε πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν το ουσιαστικό δικαίωμα, έτσι ώστε τα περιστατικά αυτά να μην προκύπτουν σαφώς και επαρκώς, με αποτέλεσμα εξαιτίας των ελλείψεων αυτών της αποφάσεως να μην είναι δυνατόν να ελεγχθεί αναιρετικώς αν ορθώς ή όχι εφαρμόστηκε ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, τον οποίον το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχτηκε ως προς την υπαιτιότητα των εμπλακέντων οδηγών στο ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα τα ακόλουθα περιστατικά: «Στις …, ημέρα … και περί ώρα … ο ενάγων …, ..  ετών τότε, οδηγούσε τη … δίκυκλη μοτοσικλέτα, της κυριότητας του, στην οδό A…, στην Δ…., με κατεύθυνση από Δ.. προς .Γ. Η πρώτη εναγομένη …, .. ετών, …. υπάλληλος, οδηγούσε το …  ΙΧΕ αυτοκίνητο, που ήταν ασφαλισμένο στη δεύτερη εναγομένη, ασφαλιστική εταιρεία ….., στην κάθετη προς την παραπάνω οδό Β….., με κατεύθυνση από την οδό Β…. προς την οδό Α…, από δεξιά προς τα αριστερά ως προς την πορεία της μοτοσικλέτας. Φθάνοντας στη συμβολή των πιο πάνω οδών, όπου η προτεραιότητα ρυθμιζόταν με πινακίδα Ρ-2 STOP, η πρώτη εναγομένη πραγματοποίησε ελιγμό δεξιά για να κινηθεί μέσω της οδού Α…. προς Γ… Εισήλθε στο μέσον περίπου του (πλάτους 6,70 μέτρων) οδοστρώματος του ρεύματος της οδού Α….. προς Γ…., ευθυγραμμίστηκε και ενώ βρισκόταν σε απόσταση 20 περίπου μέτρων από τη συμβολή, προσέκρουσε στο πίσω δεξιό τμήμα του αυτοκινήτου της, με το εμπρόσθιο πλάγιο αριστερό τμήμα της, η μοτοσικλέτα του ενάγοντος. Στη συνέχεια η μοτοσικλέτα ανατράπηκε και αφού σύρθηκε προς τα εμπρός, προσέκρουσε στο … ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο ήταν σταθμευμένο στο δεξιό του ρεύματος της οδού Α…. προς Γ…. και σε απόσταση 22,60 μέτρων μετά τη συμβολή με την οδό Β…., κατόπιν ακινητοποιήθηκε επί της δεξιάς λωρίδας, εμπρός από το σταθμευμένο αυτοκίνητο, ενώ ο ενάγων ( οδηγός της μοτοσικλέτας ) εκτινάχθηκε αρχικά στο πίσω δεξιό παρμπρίζ του αυτοκινήτου και μετά στο οδόστρωμα. Το αυτοκίνητο της πρώτης εναγομένης, μετά τη σύγκρουση, κινήθηκε διαγώνια προς τα αριστερά και ακινητοποιήθηκε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, αφού προσέκρουσε με την εμπρόσθια αριστερή γωνία του στις προστατευτικές μπάρες μεταξύ των δύο ρευμάτων της οδού Α…. Κατά τον πιο πάνω χρόνο, στο προαναφερόμενο σημείο της, η οδός Α…. ήταν ευθεία, διπλής κατευθύνσεως, με δύο λωρίδες κυκλοφορίας στο ρεύμα της προς Γ…., συνολικού πλάτους 6,70 μέτρων. Στο δεξιό αυτής, ως προς την πορεία της μοτοσικλέτας, συνέβαλε κάθετα η οδός …., η οποία ήταν επίσης διπλής κατευθύνσεως με πλάτος οδοστρώματος 8 μέτρα. Το οδόστρωμα ήταν ξηρό, ο τεχνητός φωτισμός επαρκής, η κυκλοφορία των οχημάτων κανονική και το όριο ταχύτητας 50 χιλιόμετρα την ώρα (άρθρο 20 του ΚΟΚ – κατοικημένη περιοχή). Η προτεραιότητα στη συμβολή ρυθμιζόταν, όπως εκτέθηκε και παραπάνω, με πινακίδα stop, η οποία υπήρχε επί της οδού Α…. Στο δεξιό του ρεύματος της οδού Α… προς Γ.., όπου εκινείτο η μοτοσικλέτα και πριν τη συμβολή αυτής με την οδό Α… υπήρχαν σταθμευμένα αυτοκίνητα, τα οποία περιόριζαν την ορατότητα των διαδίκων οδηγών. Σταθμευμένα αυτοκίνητα υπήρχαν ακόμη στο δεξιό του ρεύματος της οδού Α… προς Γ…. και μετά τη συμβολή με την οδό Β… και σε απόσταση 22,60 μέτρων από αυτή. Το ατύχημα οφείλεται σε συνυπαιτιότητα τόσο της πρώτης εναγομένης όσο και του ίδιου του ενάγοντος. Η αμέλεια της πρώτης συνίσταται στο ότι οδηγούσε το αυτοκίνητο της χωρίς σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή, κατά παράβαση του άρθρου 12 παρ. 1 του ΚΟΚ και έτσι, όταν πλησίασε στη συμβολή των οδών Β… και Α… δεν διέκοψε την πορεία της πριν την πινακίδα STOP, όπως είχε υποχρέωση σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 3 του ΚΟΚ, ώστε να ελέγξει από αριστερά της την κυκλοφορία και περαιτέρω, όταν έφθασε στο σημείο της συμβολής, στο ύψος των σταθμευμένων αυτοκινήτων, τα οποία περιόριζαν από αριστερά της την ορατότητα, δεν διέκοψε και πάλι την πορεία της για να ελέγξει από αριστερά την κυκλοφορία, οπότε θα αντιλαμβανόταν τη μοτοσικλέτα που πλησίαζε και θα ανέμενε τη διέλευση της, παραχωρώντας της προτεραιότητα. Αντίθετα συνέχισε την κίνηση της προς το κέντρο της συμβολής, πραγματοποιώντας ανοιχτά τη δεξιά στροφή και έτσι κατέλαβε το κέντρο και όχι το δεξιό του οδοστρώματος, αποκλείοντας την πορεία της μοτοσικλέτας, η οποία εκινείτο επίσης στο κέντρο του οδοστρώματος του ρεύματος της. Η προηγούμενη κατανάλωση αλκοόλ (αλκοολούχων ποτών) από την πρώτη εναγομένη, με συγκέντρωση οινοπνεύματος στον οργανισμό της 0,13 χιλιοστών του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα δεν συντέλεσε κατά οποιοδήποτε τρόπο στο ατύχημα, ενώ συντέλεσε αιτιωδώς η παραβίαση από μέρους της ρυθμιστικής πινακίδας stop. Η αμέλεια του ενάγοντος συνίσταται στο ότι οδηγούσε τη μοτοσικλέτα του επίσης χωρίς σύνεση και προσοχή και με αυξημένη για την περιοχή και τις συνθήκες που επικρατούσαν (κατοικημένη περιοχή – νύχτα) ταχύτητα, η οποία, όπως συνάγεται από τη σφοδρότητα πρόσκρουσης επί του αυτοκινήτου μέχρι του σημείου να εκτιναχθεί το σώμα του στο πίσω δεξιό παρμπρίζ, υπερέβαινε τα 50 χιλιόμετρα την ώρα (παράβαση των άρθρων 12 παρ. 1 και 19 παρ. 3 του ΚΟΚ) και έτσι, πλησιάζοντας στη συμβολή με την οδό Α…., όταν, ευρισκόμενος σε απόσταση 30 περίπου μέτρων από αυτή, αντιλήφθηκε το αυτοκίνητο της πρώτης εναγομένης να εισέρχεται στη συμβολή, εξερχόμενο από το ύψος των σταθμευμένων αυτοκινήτων, λόγω της υπερβολικής ταχύτητας του, δεν τροχοπέδησε, χειρισμό που θα μπορούσε να εκτελέσει με ασφάλεια και αποτελεσματικότητα εάν εκινείτο με την ενδεδειγμένη ταχύτητα των 40 χιλιομέτρων την ώρα. Το ποσοστό συνυπαιτιότητας καθενός ανέρχεται σε 70% για την πρώτη εναγομένη και σε 30% για τον ενάγοντα…». Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της συνυπαιτιότητας του αναιρεσείοντος οδηγού για το ένδικο τροχαίο ατύχημα. Ειδικότερα δεν διευκρινίζει αν ο αναιρεσείων οδηγός, κινούμενος με την ενδεδειγμένη, κατά τις παραδοχές, ταχύτητα 40 Χ/Ω, θα μπορούσε να αποφύγει το ατύχημα, ούτε αν η τροχοπέδηση της μοτοσικλέτας θα απέτρεπε τη σύγκρουση με το όχημα της πρώτης αναιρεσίβλητης οδηγού και τέλος δεν εξηγεί σαφώς αν η υπέρβαση της ταχύτητας των 50 Χ/Ω συνδέεται αιτιωδώς με το ζημιογόνο αποτέλεσμα, ενόψει του ότι μόνη η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας δεν θεμελιώνει αυτή καθαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος. Έτσι καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της υπαιτιότητας του αναιρεσείοντος για το ένδικο ατύχημα. Επομένως, ο πρώτος, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση…

Εδώ μπορούμε να δούμε περιπτώσεις μη χρήσης κράνους και υπερβολικής ταχύτητας. Για περισσότερες απορίες αρκεί ένα κλικ

Συμπέρασμα: Για να καταλογισθεί υπαιτιότητα ή συνυπαιτιότητα από υπερβολική ταχύτητα ή κατανάλωση αλκοόλ θα πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς πώς οι παράγοντες αυτοί συνέβαλαν για να προκληθεί το τροχαίο ατύχημα